Για τον Νάσο! Για σένα! Για μένα!

Εσύ είσαι ο Νάσος. Και εγώ είμαι ο Νάσος…

Μια μάνα τώρα κλαίει πάνω από ένα σώμα ακίνητο. Μια παρέα κλαίει, μια κοπέλα, μια οικογένεια ολόκληρη, ένας λαός που φορά δίχρωμα κασκόλ, ανασκουμπώνεται.
Γιατί εκείνο το βράδυ, κάποιοι πήραν στον κατόπι το Νάσο. Το ίδιο βράδυ, πήραν και εσένα στο κατόπι. Και εμένα.
Φορούσες, φορούσα, το κασκόλ της ομάδας. Περιχαρής για τη νίκη ή λυπημένος. Αλλά δεν σε νοιάζει, δεν θα κρύψεις την ομάδα που αγαπάς. Γιατί την αγαπάς. Και εγώ την αγαπάω.
Έχεις κάνει χιλιόμετρα, έχω χάσει παρέες, έχουμε μαλώσει με τη μάνα μας για να δούμε την ομάδα σε αυτόν τον τελικό, σε εκείνον τον αγώνα που παίζαμε με πιο μικρή ομάδα, έτρεξες στο γήπεδο για να δεις την ομάδα σου. Και έτρεξα και εγώ μαζί σου, γιατί μας ενώνει το έμβλημα στο στήθος, η φανέλα που φοράνε οι 11 παίχτες, οι 7, οι 6, οι 5…
Για τη τρέλα σου. Για τη τρέλα μου.
Και τελείωσε ο αγώνας και είσαι στο δρόμο, φεύγεις από το γήπεδο. Και είναι ο Νάσος στο δρόμο. Και είμαι και εγώ στο δρόμο. Σε διαφορετικά σημεία.
Και είμαστε με το χαμόγελο. Κερδίσαμε. Νιώθουμε αυτό που γράφει το έμβλημα.
Και βγαίνουν από το στενό εκείνοι. Δύο, τρεις, πέντε, δέκα… Είσαι μόνος σου. Είμαι μόνος μου. Είναι ο Νάσος μόνος του.
Τρέχεις και τρέχουν και εκείνοι στο κατόπι μας.
Και τρέχω μαζί σου. Και τρέχουν να μας πιάσουν. Γιατί εσύ δεν είσαι σαν εκείνους. Γιατί ο Νάσος δεν είναι σαν εκείνους. Γιατί δεν είμαστε σαν εκείνους.
Μας κυνηγάνε γιατί δεν φοράμε τα ίδια ρούχα. Δεν πάμε στο ίδιο γήπεδο. Δεν γεννηθήκαμε στις ίδιες γειτονιές να κάνουμε παρέα. Δεν διαλέξαμε να αγαπάμε την ίδια ομάδα, να ανατριχιάζουμε με τους ίδιους ύμνους, να φοράμε την ίδια φανέλα, στην ίδια κερκίδα.
Και θέλουν να με δείρουν. Και θέλουν να σε δείρουν. Και θέλουν να δείρουν τον Νάσο. Θέλουν αίμα.
Γιατί δεν αγαπάμε την ομάδα τους.
Αλλά εκείνοι δεν αγαπούν τη δική τους, όσο μισούν τη δική σου. Τη δική μου. Του Νάσου. Του κάθε Νάσου.
Τρέχουμε όλοι μαζί και προσπαθούμε να καταλάβουμε ΓΙΑΤΙ; Γιατί να κυνηγάνε κάποιοι ένα παλικάρι σαν το νερό το κρύο για να το δείρουν;
Τι τους έκλεψε; Τους έδειρε κανέναν; Τους προσέβαλε;
Το πρωί μπορεί να ήταν στο ίδιο λεωφορείο. Να ήταν στην ίδια ουρά δημόσιας υπηρεσίας και να έδωσε ο ένας τη θέση του στον άλλον, γιατί βιαζόταν. Να σκουντήχτηκαν στο πεζοδρόμιο και να είπαν «Συγγνώμη φίλε!» «Όχι, εγώ συγγνώμη!» και να χαμογέλασαν…
Και το βράδυ τρέχουμε όλοι.
Πανικός. Γιατί; Γιατί να τρέχω να σώσω τη ζωή μου, ενώ ήμουν πριν χαρούμενος; Γιατί να με κάψεις ζωντανό στο σύνδεσμό μου; Γιατί να κανονίζουμε ραντεβού για ξύλο στα στενά; Γιατί να κλαίει η μάνα μου αύριο;
Και τους γλίτωσα. Γιατί τα πόδια μου είναι πιο γρήγορα από τα δικά τους. Γιατί η δίψα για ζωή, νίκησε τη δίψα για αίμα.
Αλλά δεν πρόσεξε ο Νάσος. Δεν πρόσεξες εσύ. Δεν πρόσεξα εγώ. Δεν πρόσεξε ο οδηγός. Και ήρθε το αυτοκίνητο.
Και τώρα κλαίει μια οικογένεια, μια παρέα, ο λαός μιας ομάδας αναστενάζει.
Όλοι αγαπάμε την ομάδα μας. Και όλοι πρέπει να αγαπάμε την ομάδα μας, να κλαίμε γι’ αυτή, να ιδρώνουμε, να τρέχουμε για την ομάδα μας. Όχι για τη ζωή μας ή για να πάρουμε τη ζωή άλλου.
Εκεί που αρχίζει η αγάπη σου για την ομάδα σου, αρχίζει και ο σεβασμός στη τρέλα σου. Τρέλα είναι να αγαπάς μια ομάδα.
Παράνοια είναι να θέλεις να σκοτώσεις κάποιον, επειδή είναι άλλη ομάδα.
Εκείνο το βράδυ, όλοι ήμασταν ο Νάσος. Όλοι ήμασταν Π.Α.Ο.Κ. και περπατούσαμε χαρούμενοι. Και όλοι δεχτήκαμε επίθεση από εκείνους.
Διώξτε εκείνους από το γήπεδο. Αγαπήστε την ομάδα σας και βάλτε τέλος σε όλον αυτόν τον φαύλο κύκλο αίματος, θανάτου, δακρύων.